Προσκλητήριο παλαιών συμμαθητών στα Διάφανα Κρίνα

Γράφει o Σπύρος Αραβανής Σάββατο, 12 Σεπτέμβριος 2015 11:22
Υπάρχουν άλλοι «ειδικότεροι» εμού για να μιλήσουν βιωματικά για τα Διάφανα Κρίνα. Αυτοί που έζησαν τον ιδρώτα, τις αγωνίες, τα ποτισμένα τους χνώτα, τις τραγωδίες και τις χαρές τους από πολύ κοντά. Οι «απέξω» τους κάναμε «δικούς» μας μέσα από τα τραγούδια τους. Αυτά τα μεγάλα κλωνάρια μελωδίας που ξεφύτρωναν μέσα από τις οργιώδεις κιθάρες και τα πνευστά τους, μέσα και τους εκκωφαντικούς παραμορφωτικούς ήχους και τα αργόσυρτα οργανικά ψυχεδελικά σόλο τους. Αυτά τα πεσιμιστικά στιχουργήματα, βαπτισμένα στην ποίηση των «άγιων καταραμένων», κραυγές όμως ρομαντισμού μέσα στην ευδαιμονική σιωπή των περασμένων δεκαετιών.
Τα παιδιά του Nick Cave, του Leonard Cohen, των Tindersticks, του Καρυωτάκη, του Malcolm Lowry κ.ά. που ανδρώθηκαν μέσα σε βιβλιοπωλεία και σε δισκάδικα, σε μπάρες και σε σούπερ μάρκετ, σε γυναικεία σώματα και σε πατρότητες, σημάδεψαν δυο και πλέον δεκαετίες νεότητας ακόμα κι όταν τα χρόνια περνούσαν για όλους. Η «αλητεία» τους δεν είχε τη γεύση της αλόγιστης φθοράς και του φαντεζί σημερινού underground. Ήταν ένα σαρκοβόρο ένστικτο επιβίωσης μέσα σε έναν κόσμο που η ευαισθησία ήταν χωρίς διεξόδους φυγής, εγκλωβισμένη μέσα στο νεοσύστατο life style που κονιορτοποιούσε κάθε τι μη υλικό. Δεν είχαν τις κοινωνικές καβάντζες της δεκαετίας του ’60, του ’70, ακόμα και του ’80, όπως άλλα συγκροτήματα και καλλιτέχνες βλ. Σιδηρόπουλος, Τρύπες κ.ά.
Ανέτειλαν στην πρώτη «ανέραστη» περίοδο της ιστορίας μας, στη γέννηση της ιδιωτικής τηλεόρασης, της Nintendo, του λαϊκόποπ και οι ίδιοι είχαν να παλέψουν με τους δαίμονες τους όπως τους αγάπησαν μέσα από τα βιβλία, τις μουσικές και την οθόνη άλλων εποχών. Ένιωθαν την ανάγκη να ζήσουν και να κτίσουν το μύθο τους μέσα σε ένα ολότελα εχθρικό περιβάλλον, ακόμα και μέσα στη νέα αλλαγμένη ανθρωπογεωγραφία του τελευταίου οχυρού των Εξαρχείων. Και τα κατάφεραν.
Σήκωσαν στην πλάτη τους την έννοια της δημιουργικής μελαγχολίας και όχι του μοδάτου, τη δεκαετία του 2000, το emostyle, εξέφρασαν ποιητικά τις ιδέες του Ρομαντισμού και βελτίωναν τις μουσικές τους συνθέσεις μελετώντας βιωματικά και όχι ακαδημαϊκά τις επιρροές τους.
Ήμουν παρών στο πρώτο επίσημο liveτους, σε ένα μικρό μπαρ στην Ασωμάτων, το 1996 –η πρωτόλεια liveιστορία τους ξεκινά το 1991, στην πλατεία φυλακών Κορυδαλλού-. Μαύρες φιγούρες στη σκηνή και από κάτω κόσμος αρκετός, αλλά όχι πολύς. Στην ατμόσφαιρα υπήρχε η αίσθηση ότι κάτι «διαφορετικό» έπαιρνε σάρκα και οστά, όμως δεν ήμασταν ακόμα μυημένοι. Όχι στον ήχο τους, αλλά στην ελληνική αύρα τους, καθώς υπήρχαν ήδη οι ασκημένοι στα αντίστοιχα αλλοδαπά συγκροτήματα. Θυμάμαι, μάλιστα, σαν τώρα την γκαρσόνα να μας ενθαρρύνει να χειροκροτήσουμε μετά το τέλος των τραγουδιών. Ύστερα ήρθε το «Δίπλα στο Ποτάμι», κι άλλα μικρά live.
Κι έπειτα το Rockwavefestival, το ‘97 και ο ποταμός τους φούσκωνε παρασέρνοντας στα νερά του όλο και περισσότερους. Με τον καθένα ακροατή τους να έχει τουλάχιστον μια ιστορία να διηγηθεί από την τελετή μύησής του στο διάφανο σύμπαν τους. Τα χρόνια περνούσαν μέσα σε ολοένα και πιο πρόσχαρες καταναλωτικές μέρες, τα Διάφανα Κρίνα όμως ήταν πάντα εκεί να υπενθυμίζουν την άγρια αθωότητα και το σκληρό της κόστος.
Όταν διαλύθηκαν το 2009, τολμώ να πω ότι δεν αντιληφθήκαμε σε βάθος το μέγεθος της απουσίας τους. Ούτε τα χρόνια που πέρασαν από τότε.
Υπήρχε βεβαίως η νοσταλγία της εποχής τους, όμως η ιλιγγιώδης καθημερινότητα δεν μας άφηνε να αισθανθούμε επακριβώς την απώλειά τους. Αυτό όμως μέχρι και προχθές. Όταν επανεμφανίστηκαν στη σκηνή σαν να μην είχε περάσει μια μέρα. Κι ας είχαν περάσει ήδη έξι χρόνια. Η επανένωσή τους έστω και κάτω από το βάρος της αιτίας της μας προσγείωσε σε μια σκληρή πραγματικότητα συνειδητοποίησης της απουσίας τους και κατ’ επέκτασιν της δικής μας παρουσίας, λόγω του μεγέθους τους: όχι μόνο ως ένα ροκ συγκρότημα, αλλά ως νοεροί ηγήτορες μιας αστικής φυλής με συγκεκριμένους κώδικες και αξίες. Μια κοινωνικής ομάδας που χάθηκε εδώ και χρόνια στα στενά της μεγαλούπολης, στους λαβυρίνθους των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και σε ένα ελληνικό τραγούδι με άλλο ήχο και άλλες προτεραιότητες.
Οι βραδιές στην Τεχνόπολη ήταν ένα προσκλητήριο κυρίως παλαιών «συμμαθητών» που ξαναβρέθηκαν «λαβωμένοι» σε έναν κοινό χώρο και χρόνο. Τα Διάφανα Κρίνα ήταν όμως και πάλι εκεί για να μεταγγίσουν με το αίμα τους ζωή. Για τα χρόνια που θα έρθουν ακόμη και ερήμην τους. Προεξέχουσα σε αυτό η «φωνή» τους. Η σπηλαιώδης φωνή του Θάνου που ανέβλυζε μέσα από το άσπρο του πουκάμισο για «να πέσει πάνω του σαν ταύρος ο καιρός». Για αυτό «δώσε του μάνα την ευχή να βγει γερός/ πόλεμος είναι και χορός και παραζάλη».

 

Advertisements
This entry was posted in Χωρίς κατηγορία. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s